Άγχος και εργασιακή ικανοποίηση

Άρθρο της Θωμαή Ζωγοπούλου Απόφοιτη του μεταπτυχιακού προγράμματος στην Οργανωτική και Οικονομική Ψυχολογία, Πάντειο Πανεπιστήμιο. Απόφοιτη του τμήματος Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο. Δείτε το προφίλ της στο Linkedin

Σε όλες σχεδόν τις έρευνες στην Ελλάδα, οι αγχώδεις διαταραχές αποτελούν τη συχνότερη ή τη δεύτερη σε συχνότητα -μετά τις καταθλιπτικές διαταραχές- ομάδα ψυχικών διαταραχών στον γενικό πληθυσμό (Αυγουστάτος, 2008). Το άγχος και η κατάθλιψη ταξινομούνται κλινικά ως ξεχωριστές διαταραχές, όμως η μοντέρνα ψυχιατρική θεωρεί ότι είναι “δύο κλαδιά από την ίδια ρίζα”. Δηλαδή, δεν είναι δύο διαφορετικές παθήσεις, αλλά δύο διαφορετικές εκφάνσεις, δύο διαφορετικά συμπτώματα, του ίδιου προβλήματος.

Πώς, όμως, σχετίζεται το άγχος και η κατάθλιψη με την εργασιακή ικανοποίηση και την προσπάθεια που καταβάλλει κάθε εργαζόμενος στη δουλειά του; Δεδομένου ότι σχεδόν καθημερινά περνάμε πάνω από το 1/3 της ημέρας μας στον χώρο εργασίας μας και συχνά αφιερώνουμε και 2/3 σε δραστηριότητες σχετικές με την εργασία μας, η εργασία μπορεί να σχετίζεται σημαντικά με ό,τι συμβαίνει στο άτομο. Το συσσωρευμένο και συνεχές άγχος από την απαιτητική δουλειά, καθώς και η ψυχολογική πίεση, αποτελούν τους πιο σημαντικούς παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν σε κάποια αγχώδη διαταραχή και κατάθλιψη, υποστηρίζουν οι έρευνες. Παράλληλα, ο φόβος απόλυσης σε μία εποχή με οικονομικές προκλήσεις και υψηλά επίπεδα ανεργίας μπορεί να εντείνει αυτά τα αρνητικά συναισθήματα.

 Έρευνα της Randstad στην Ελλάδα έδειξε πως το α’ τρίμηνο του 2011 μειώθηκε το επίπεδο εργασιακής ικανοποίησης, καθώς και η αυτοπεποίθηση των εργαζομένων. Η διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρίας, Leigh Ostergard, υποστηρίζει πως οι βασικότεροι παράγοντες που επηρεάζουν την εργασιακή δυσαρέσκεια είναι η πιθανότητα μείωσης μισθού, το αίσθημα ανασφάλειας, η πίεση, η αύξηση των αρμοδιοτήτων και των ωρών απασχόλησης, η έλλειψη ευκαιριών για επαγγελματική εξέλιξη. Για να διαβάσετε για την έρευνα της Randstad πατήστε εδώ.

Η έρευνα που διεξήγαγα, μελετά τη σχέση μεταξύ του άγχους, της κατάθλιψης, της ανισορροπίας προσπάθειας-αμοιβών στην εργασία και της υπερβολικής δέσμευσης στις εργασιακές αρμοδιότητες. Το δείγμα είναι εργαζόμενοι στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα από την ευρύτερη περιοχή της Αθήνας. Το μοντέλο Ανισορροπίας Προσπάθειας-Αμοιβών (Effort-Reward Imbalance model; Siegrist, 2002) χρησιμοποιείται για να δείξει ένα αγχογόνο περιβάλλον εργασίας και αποδεικνύεται ένας έγκυρος τρόπος μέτρησης και της εργασιακής ικανοποίησης. Η προσπάθεια μεταφράζεται ως “τιμωρία”, ενώ οι αμοιβές ως “ενίσχυση”, στα πλαίσια του θεμελιώδους συμπεριφορισμού (Μέλλον, 2007).

Από την έρευνα προκύπτει πως το άγχος και η κατάθλιψη έχουν κοινά συμπτώματα και συσχετίζονται θετικά μεταξύ τους, καθώς και ότι η ανισορροπία προσπάθειας-αμοιβών (high cost-low gain) συσχετίζεται θετικά και με τις δύο διαταραχές. Επίσης, η υπερβολική δέσμευση του εργαζομένου στις αρμοδιότητές του συσχετίζεται θετικά με συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης, καθώς και με την αίσθηση πως προσπαθεί περισσότερο από όσο αμείβεται. Και από τη σύγκριση των εργαζομένων στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, φαίνεται πως οι δεύτεροι βιώνουν καλύτερες εργασιακές συνθήκες και εμφανίζουν λιγότερα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης.

Κατά συνέπεια, η προσπάθεια δημιουργίας επαγγελματικής ικανοποίησης, κυρίως μέσω του σωστού σχεδιασμού της εργασίας και της παροχής αμοιβών αντίστοιχων της προσπάθειας, θα πρέπει να είναι πρωτεύουσας σημασίας. Πολλές εταιρίες θεωρούν πως κάθε προσπάθεια βελτίωσης της επαγγελματικής ικανοποίησης συνεπάγεται έξοδα, ενώ τα οφέλη που πιθανόν θα προκύψουν, είναι μακροπρόθεσμα. Όμως δεν είναι έτσι. Οι εργαζόμενοι, όπως προκύπτει και από αυτήν την έρευνα, είναι περισσότερο ικανοποιημένοι απλά με την αύξηση της αναγνώρισης της προσπάθειας και των αποτελεσμάτων της δουλειάς τους, την εκτίμηση που τους δείχνουν οι συνάδελφοι και οι προϊστάμενοί τους. Λεκτικές, λοιπόν, επιβραβεύσεις και υποστηρικτικό περιβάλλον μπορούν να είναι αρκετά επαρκείς θετικές ενισχύσεις για αύξηση της εργασιακής ικανοποίησης και κατ’ επέκταση, της παραγωγικότητας των εργαζομένων και της σταθερότητας και ανάπτυξης της εταιρίας.

Επιστρέψτε στην προηγούμενη σελίδα